Κατοχή – Εθνική Αντίσταση – Εμφύλιος: Πώς η ιστοριογραφία για το 1940 – 1950 συμβαδίζει με τις εξελίξεις στην πολιτική
Της Ιωάννας Ηλιάδη*
Ποιες οι σημαντικότερες ιστοριογραφικές τάσεις αναφορικά με τη μελέτη της δεκαετίας του
1940 στην Ελλάδα; Ποιος ο ρόλος της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας στη διαμόρφωση της
ιστοριογραφικής αντίληψης για την εν λόγω ιστορική περίοδο, από το 1950 έως και σήμερα;
Η δεκαετία του 1940, κατά τη διάρκεια της οποίας το κυρίαρχο γεγονός σε όλη την υφήλιο είναι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ανέδειξε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα τις νέες πολιτικές δυνάμεις που καθόρισαν τα κόμματα μέχρι και τουλάχιστον τις αρχές του 21ου αιώνα.
Κύρια γεγονότα που σημειώνονται τη δεκαετία του 1940 στην Ελλάδα και αποτελούν ακόμα και σήμερα σημεία δημόσιας συζήτησης και πολλές φορές αντιπαράθεσης, είναι ο Πόλεμος, η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος Πόλεμος, ενώ αξιοσημείωτα ζητήματα είναι ο Δωσιλογισμός (στρατιωτικός και πολιτικός) με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας, και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων.
Ο εμφύλιος πόλεμος αναδιέταξε το πολιτικό σύστημα και επηρέασε καθοριστικά την εμφάνιση νέων πολιτικών δυνάμεων καθώς και τη συγκρότηση της εθνικόφρονης παράταξης.
Σύμφωνα με τον Πολυμέρη Βόγλη, οι συγκρούσεις που σημειώθηκαν την δεκαετία του 1940 και τα διακυβεύματα της εποχής είχαν άρρηκτους δεσμούς με την πολιτική συγκυρία και κατά συνέπεια η ιστοριογραφική παραγωγή στην μεταπολεμική Ελλάδα έως και τις μέρες μας, θα πρέπει να μελετηθεί με βάση τις πολιτικές αλλαγές που σημειώθηκαν στην Ελλάδα τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον εμφύλιο.
Μέσα από την παρούσα εργασία θα επιχειρηθεί να παρουσιαστούν οι κυρίαρχες ιστοριογραφικές τάσεις αναφορικά με την δεκαετία του 1940 και θα διερευνηθεί το πώς οι πολιτικές συγκυρίες επηρέασαν την ιστοριογραφική αντίληψη από το 1950 έως και σήμερα.
Ιστοριογραφία και εθνικοφροσύνη την περίοδο 1950 – 1974
Από τη λήξη του εμφυλίου έως και το 1974, κυριάρχησε η ιδεολογία της «εθνικοφροσύνης», όπου το ερμηνευτικό σχήμα για την Κατοχή επεδίωξε να νομιμοποιήσει τον πολιτικό αποκλεισμό των ιδεολογικών αντιπάλων και τον αντικομμουνισμό.
«Οι νικητές του εμφυλίου επέβαλαν τη μνήμη τους στον δημόσιο χώρο», αναφέρουν οι Γιώργος Αντωνίου και Νίκος Μαραντζίδης, επισημαίνοντας πως το αντίθετο θα ήταν παράξενο, ειδικά στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Μεταξύ των ετών 1945- 1974 το 63% των βιβλίων που εκδόθηκαν ήταν σαφώς δεξιάς – αντικομμουνιστικής και αντι-εαμικής ιδεολογίας.
Η «εθνικόφρων δεξιά» έχοντας αφομοιώσει τα ακροδεξιά στοιχεία και τους δωσίλογους της Κατοχής, εξομοιώνει τον κομμουνισμό με τον φασισμό και φροντίζει να υπενθυμίζει τη νίκη του Εθνικού Στρατού επί των Κομμουνιστών.
Προκειμένου να προωθήσει την ιδέα ότι ο απώτερος στόχος του Κομμουνιστικού Κόμματος τόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής (1943- 1944) όσο στα Δεκεμβριανά και στον Εμφύλιο, ήταν να καταλάβει βίαια την εξουσία και θα θέσει την Ελλάδα στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης, εγκαθιστώντας «δικτατορία του προλεταριάτου», κατασκεύασε το ερμηνευτικό σχήμα των «τριών γύρων».
Την περίοδο 1950 – 1976 στον πολιτικό λόγο της δεξιάς παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, η σταθερή παράμετρος είναι η δαιμονοποίηση του ΚΚΕ το οποίο βρίσκεται εκτός νόμου και αναφέρεται ως «η μόνιμη και σοβαρότερη απειλή εναντίον του έθνους και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας», σύμφωνα με την Ελένη Πασχαλούδη.
Η ιστοριογραφία της δεξιάς ιδεολογίας κατηγορούσε το Κομμουνιστικό κόμμα ότι λειτουργούσε ως όργανο της Σοβιετικής Ένωσης και επεδίωκε την αυτονόμηση της Μακεδονίας.
Κατηγορούσε επίσης το ΕΑΜ ότι δεν συμμετείχε στον αγώνα κατά των κατακτητών, αλλά ότι διεξήγε εμφύλιο πόλεμο. Η προσπάθεια για αναθεώρηση αυτής της εικόνας από την πλευρά των ηττημένων, θα ξεκινήσει από την περίοδο της μεταπολίτευσης και πολύ αργότερα.
Στον αντίποδα, η Αριστερά έθετε στο επίκεντρο την έννοια του πατριωτισμού και της αντιστασιακής δράσης, μέσα από την Εθνική Αντίσταση που ήταν κάτι που μπορούσε να ενώσει παρά να διχάσει.
Είναι χαρακτηριστική η πρόθεση των αντιστασιακών να καθιερωθεί επίσημος εορτασμός στον Γοργοπόταμο, κάτι που ανεπίσημα διοργανώθηκε το 1962. Δυο χρόνια αργότερα, στις 25 Νοεμβρίου 1964 ο εορτασμός που διοργανώθηκε από την ελληνική κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου, λήγει άδοξα με 13 νεκρούς από έκρηξη νάρκης.
Άλλωστε η «εθνικόφρων δεξιά» επεδίωκε να αποσυνδέσει από τη συλλογική μνήμη το αντιστασιακό κίνημα, προκειμένου να καλύψει με αυτό τον τρόπο και την απουσία της από τον αντιστασιακό αγώνα. Σκοπός ήταν να εγκαταληφθεί οποιαδήποτε προσπάθεια συμφιλίωσης και να γίνει αποδεκτή η ιδεολογική και πολιτική κυριαρχία της Δεξιάς.
1974 – 1989: Μεταπολίτευση και αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης
Μετά την πτώση της χούντας και κυρίως με τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, η ιδεολογική κυριαρχία της Δεξιάς αντιστρέφεται και αυξάνει η επιρροή της Αριστεράς. Η ελληνική κοινωνία παύει να καθορίζεται από την ιδεολογία που κυριάρχησε την προηγούμενη περίοδο, τα διακυβεύματα του Εμφυλίου και τα αφηγήματα περί νικητών και ηττημένων αρχίζουν να ατονούν.
Μετά το 1974, καταγράφεται μια «έκρηξη μνήμης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αντώνης Λιάκος, με εκδόσεις απομνημονευμάτων, αντιστασιακούς συλλόγους και εορταστικές εκδηλώσεις.
Τα απομνημονεύματα των βετεράνων του πολέμου διεκδικούν τη θέση τους δίπλα στην ιστοριογραφία, την ώρα που ο ακαδημαϊκός λόγος για την περίοδο του Εμφυλίου προέρχεται από τη γενιά των ιστορικών οι οποίοι εκπόνησαν διδακτορικά σε αγγλικά και αμερικανικά -κυρίως- πανεπιστήμια, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.
Το ενδιαφέρον των ερευνητών, με βάση κυρίως τα αρχεία που διέθεταν τα αγγλικά και αμερικάνικα πανεπιστήμια, στρέφεται, κατά τον Αντώνη Λιάκο, στην πολιτική σύγκρουση της Αριστεράς με τη Δεξιά.
Το πρώτο συνέδριο για την Κατοχή και την Αντίσταση διοργανώνεται στις ΗΠΑ από το Modern Greek Studies Associatrion το 1978 και χαρακτηρίζεται ως «η εκδοχή της ιστορικής ερμηνείας των ηττημένων». Κυρίαρχη τάση της εποχής είναι η πολιτικοποίηση, η οποία επηρεάζει και την ιστορική συζήτηση.
Η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 και η αύξηση επιρροής της Αριστεράς επιφέρει αλλαγές και στην ιστοριογραφία. Το 79% της βιβλιογραφικής παραγωγής από το 1974 και έως το 2003, έχει αριστερό περιεχόμενο ή περιεχόμενο που είναι φιλικό στο ΕΑΜ.
Η Αριστερά θέτει το θέμα του δωσιλογισμού απαντώντας ευθέως στους εθνικόφρονες, και η εθνικοφροσύνη από κυριάρχη ιδεολογία του επίσημου κράτους αποκτά αρνητική χροιά, ενώ το 1982 αναγνωρίζεται η Εθνική Αντίσταση ως σύμβολο εθνικής ενότητας και αποκαθίσταται ο ρόλος του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.
Το ΠΑΣΟΚ ανεβάζει ψηλά στην πολιτική ατζέντα το θέμα της Αντίστασης και «η Αριστερά αναγνωρίζεται ως η δύναμη που σήκωσε στις πλάτες το βάρος της Αντίστασης», ενώ «η Δεξιά ταυτίζεται με τον δωσιλογισμό και την απουσία από τους εθνικούς αγώνες».
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να προσεταιριστεί τους ψηφοφόρους των κομμάτων της Αριστεράς, κυρίως μέσω και της αναγνώρισης της μεγαλύτερης αντιστασιακής οργάνωσης, του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Σε αυτό το πλαίσιο εξιδανικεύεται και ο Άρης Βελουχιώτης, ενώ δίνονται συντάξεις σε αντιστασιακούς.
Η Εθνική Αντίσταση έχει κυρίαρχη θέση στη δημόσια σφαίρα, ιδιαίτερα με την καθιέρωση του εορτασμού στο Γοργοπόταμο, ενώ πλήθος μνημείων, εκδηλώσεις συλλόγων, μετονομασίες κεντρικών δρόμων σε πόλεις και χωριά εξυφαίνουν τον μύθο της ενότητας.
Το 1989 ακολουθεί η συγκυβέρνηση της ΝΔ με το Συναπισμό και ψηφίζεται ο νόμος 1863/1989 για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου. Παράλληλα γίνεται καύση φακέλων των Ελλήνων πολιτών που διατηρούσαν οι αρχές ασφαλείας, παρά τις αντιδράσεις αρκετών ιστορικών.
Το αναθεωρητικό κλίμα της εποχής και την αλλαγή Παραδείγματος ακολουθεί και η ιστοριογραφία.
Η πλευρά των νικητών του εμφυλίου, αλλά και η πλευρά των ηττημένων, δίνουν έμφαση στον ρόλο του ξένου παράγοντα. Οι μελέτες που εκδίδονται την δεκαετία του 1980 σύμφωνα με τον Πολυμέρη Βόγλη, είχαν κύριο μέλημα «να αποκαταστήσουν την ιστορική πραγματικότητα από διαστρεβλώσεις και μύθους, προσφέροντας συνθετικές προσεγγίσεις για την περίοδο της Κατοχής».
«Από το σχήμα των «τριών γύρων του εμφυλίου πολέμου» πριν το 1974, η ιστοριογραφία χρησιμοποιεί νέα περιοδολόγηση: Αντίσταση 1941-1944, Λευκή τρομοκρατία 1945-1946, Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949», σύμφωνα με τους Αντωνίου και Μαραντζίδη. Η εισαγωγή της λευκής τρομοκρατίας, σύμφωνα με το σχήμα που παρουσιάζουν οι Αντωνίου και Μαραντζίδης, παρέχει ευχέρεια στην Αριστερά να αποδώσει την αιτία του εμφυλίου στην τρομοκρατία και να αναδεικνύει τα θύματα από την βρετανική επέμβαση.
Μόνο η περίοδος του Εμφυλίου παραμένη σταθερή και το ερώτημα ποιος έφταιγε συνεχίζει να απασχολεί.
Το 1984 διοργανώνεται το πρώτο επιστημονικό συνέδριο με θέμα την Κατοχή, εντός της Ελλάδας και το δεύτερο με αυτό το θέμα και με τίτλο «Η Ελλάδα 1936 -44. Δικτατορία – Κατοχή – Αντίσταση». Κατά τον Αντώνη Λιάκο, ο υπότιτλος του συνεδρίου (Δικτατορία – Κατοχή – Αντίσταση) δείχνει τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων. Κυρίως όμως φαίνεται ότι διαχωρίζεται η περίοδος της Αντίστασης από την περίοδο του Εμφυλίου.
Η ερμηνεία που δίνει ο Λιάκος αφορά την «ψυχολογία της Αριστεράς» εκείνη την περίοδο η οποία «επεδίωκε να εντάξει την ιστορία της Αντίστασης στην εθνική ιστορία», με συνέπεια ο Εμφύλιος να είναι μια «ανωμαλία».
-
Έρευνα για τον δωσιλογισμό
Στο συνέδριο υπάρχουν και οι πρώτες ανακοινώσεις σχετικά με τον «δωσιλογισμό». Αφορούν τον δωσιλογισμό της στρατιωτικής ηγεσίας, την οικονομική πολιτική των κατοχικών κυβερνήσεων και τις σχέσεις της Βρετανίας με τα Τάγματα Ασφαλείας.
Είχε προηγηθεί το 1973 η πρώιμη απόπειρα του γερμανού ιστορικού Χάιντς Ρίχτερ στο βιβλίο «Δύο επαναστάσεις κι αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα 1936-1944». Ωστόσο αυτός που ασχολήθηκε από τα τέλη της δεκαετία του 1970 με τον ένοπλο δωσιλογισμό και τη δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στις πόλεις και την ύπαιθρο ήταν ο Γερμανός Χ. Φλάισερ.
Στο βιβλίο του «Στέμμα και σβάστικα», φωτίζει για πρώτη φορά την κοινωνική διάσταση της συνεργασίας με τους Γερμανούς, εξετάζοντας την πολιτική των κατοχικών κυβερνήσεων.
Επόμενες σημαντικές μελέτες για τον δωσιλογισμό ακολουθούν πλέον από την δεκαετία του 1990, με πρώτη έρευνα επικεντρωμένη στο θέμα, αυτή του Μαρκ Μαζάουερ.
Η δεκαετία του 1990 και τα επόμενα χρόνια
Η πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 που σηματοδότησε και το τέλος του Ψυχρού πολέμου, συμπίπτει χρονικά με τον ελληνικό νόμο για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, οπότε και καταγράφεται μεταστροφή του ενδιαφέροντος της ακαδημαϊκής κοινότητας στα θέματα του Εμφυλίου.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είχε ως συνέπεια την απαξίωση του κομμουνιστικού κινήματος. Η κοινωνική αλλαγή που οραματίστηκε η Αριστερά ταυτίστηκε με την επιβολή της κομμουνιστικής δικτατορίας και εξοβελίστηκε. «Για τους περισσότερους ανθρώπους σήμερα ο ριζοσπαστισμός της Αντίστασης φαίνεται αδιανόητος και για κάποιους επίσης ανεπιθύμητος» παρατηρεί ο Πολυμέρης Βόγλης.
-
Νέες μέθοδοι στην ιστοριογραφία
Σύμφωνα με τους Αντωνίου και Μαραντζίδη, την περίοδο αυτή η ιστορική έρευνα έχει νέα εργαλεία για την μελέτη των εθνικών, πολιτικών, πολιτισμικών και άλλων ταυτοτήτων και εστιάζει σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις των θεμάτων.
Ο Πολυμέρης Βόγλης από την πλευρά του υποστηρίζει ότι η μετατόπιση του ιστορικού ενδιαφέροντος και η αναθεώρηση της ιστοριογραφίας οφείλεται πέραν των εργαλείων και μεθόδων που δανείστηκε από την ανθρωπολογία, και σε νέα αρχεία που ήταν διαθέσιμα, όπως τα Αρχεία της Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, αλλά και τοπικά αρχεία.
Οι νέες μέθοδοι, αλλά και ερευνητές όπως η Ολλανδή ανθρωπολόγος Ρίκη βαν Μπούσχοτεν, ο Μαρκ Μαζάουερ και ο Γιώργος Μαργαρίτης, αναδεικνύουν το τοπικό και το υποκειμενικό, φωτίζοντας περισσότερο τις κοινωνικές διαστάσεις και απομακρύνοντας το ενδιαφέρον από τις πολιτικές εξελίξεις. Η έρευνα στρέφεται γύρω από την οικονομία, τη μαύρη αγορά, τη ναζιστική βία, τη βία του εμφυλίου, την ιστορία των γυναικών και των εθνοτικών ομάδων στον ελλαδικό χώρο, τη συμμετοχή της νεολαίας στο εργατικό κίνημα.
Η διάσταση της προφορικής ιστορίας σε σχέση με τον παράγοντα μνήμη είναι επίσης ένα αναδυόμενο στοιχείο που θα πρέπει να υπογραμμιστεί αν και στην Ελλάδα αναπτύχθηκε με καθυστέρηση και υπάρχουν λίγες σχετικά μελέτες για την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου.
Το 1995 γίνεται συνέδριο στην Αθήνα. Οι αναφορές στον Εμφύλιο αφορούν κυρίως τις διπλωματικές του πλευρές, σύμφωνα με τον Αντώνη Λιάκο. Ωστόσο στην επέτειο των 50 χρόνων από τη λήξη του εμφυλίου, γίνονται τέσσερα συνέδρια τα έτη 1999 – 2000 και εκδίδεται και η Ιστορία του Εμφυλίου του Γ. Μαργαρίτη.
Μετά το 1999, στα συνέδρια που διοργανώνονται με αφορμή τα 50 χρόνια από τη λήξη του εμφυλίου, σημειώνεται έκρηξη του ερευνητικού ενδιαφέροντος για το θέμα του Εμφυλίου που ήταν ταμπού έως τότε, παρατηρεί ο Πολυμέρης Βόγλης.
-
Αναθεωρητές, μετα-αναθεωρητές, Αριστερά και Δεξιά
Οι νέες τάσεις στην ελληνική ιστοριογραφία χαρακτηρίζονται από μέρος των ιστορικών ως «μετα-αναθεωρητικές», επειδή όπως υποστηρίζουν, αμφισβήτησαν ευθέως τα προηγούμενα Παραδείγματα: Το παραδοσιακό συνδέθηκε με τους νικητές του εμφυλίου και το αναθεωρητικό, το οποίο συνδέθηκε με την Αριστερά και τους ηττημένους του Εμφυλίου.
Το μετα-αναθεωρητικό μοντέλο προσέγγισης, σύμφωνα με τους Αντωνίου και Μαραντζίδη, δεν ταυτίζεται ούτε με τους νικητές, ούτε με τους ηττημένους του εμφυλίου, καθώς οι ερευνητές έχουν διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές και ενδιαφέροντα και δεν εντάσσονται είτε στην μια είτε στην άλλη πλευρά.
Μάλιστα, φέρνουν ως παράδειγμα τα συνέδρια και τον επιστημονικό διάλογο που παράγεται από την άτυπη ομάδα με την ονομασία Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων, η οποία σχηματίστηκε στη Θεσσαλονίκη, και σε αυτήν συνυπάρχουν μέθοδοι από διάφορες επιστημονικές παραδόσεις, όχι πάντα χωρίς αντιδράσεις.
Το μοντέλο αυτό δέχθηκε μεγάλη κριτική, ο οποία συνεχίζεται έως και σήμερα.
Η πλέον γνωστή αντιπαράθεση είναι η συζήτηση που έγινε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ με δυο άρθρα. Το πρώτο του Στάθη Καλύβα και του Νίκου Μαραντζίδη αφορούσε τις νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου και το δεύτερο του Μαρκ Μαζάουερ με τίτλο «Κανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον».
Η συζήτηση επεκτάθηκε στον ελληνικό Τύπο με άρθρα σε Ελευθεροτυπία, Αυγή, Ριζοσπάστη και Καθημερινή και έμεινε γνωστή ως «Διάλογος για την Ιστορία».
-
Ο δωσιλογισμός ως αυτοτελές ερευνητικό πεδίο
Από το 1990 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 ο δωσιλογισμός αναδύεται ως αυτοτελές ερευνητικό πεδίο. Τόσο η έρευνα της Ρίκης βαν Μπούσχοτεν στο Ζιάκα Γρεβενών όσο και η έρευνα του Νίκου Μαραντζίδη για τους τουρκόφωνους Πόντιους της Μακεδονίας που ανέδειξε τη συνεργασία εθνοτικών ομάδων με τον κατακτητή, έδωσαν το έναυσμα για την εξερεύνηση των αιτιών και κινήτρων του δωσιλογισμού.
Ορόσημο για την έρευνα σχετικά με τον δωσιλογισμό το συνέδριο του 2004 στη Σαμοθράκη, το οποίο ήταν το πρώτο αφιερωμένο εξ’ ολοκλήρου σε αυτό το θέμα. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κουσουρής, το συνέδριο έρχεται σε μια περίοδο που η Ελλάδα φαίνεται να έχει διασφαλίσει την ευημερία και την εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών, μέσα από την ένταξή της στον σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
-
Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων στην ελληνική ιστοριογραφία
Οι νέες μέθοδοι στην ιστοριογραφία και κυρίως ο παράγοντας μνήμη, φέρνουν στο επίκεντρο και το θέμα του Ολοκαυτώματος των Εβραίων στην Ελλάδα.
Παρά το γεγονός ότι από το 1948 – 1949 είχαν γίνει οι πρώτες μελέτες στη Θεσσαλονίκη για τους διωγμούς των Εβραίων, για αρκετές δεκαετίες η γενοκτονία των Εβραίων της Ελλάδας απουσίαζε από την δημόσια συζήτηση για την ιστορική έρευνα, υποστηρίζει ο Π. Βόγλης.
Η αποφασιστική είσοδος του Ολοκαυτώματος στην ελληνική ιστοριογραφία γίνεται πολλά χρόνια αργότερα.
Σύμφωνα με τη Ρίκα Μπενβενίστε η ενσωμάτωση των διωγμών των Εβραίων στην ελληνική ιστοριογραφία γίνεται με τα βιβλία των Χάγκεν Φλάισερ και Μάρκ Μαζάουερ. «Χάρη στους Φλάισερ και Μαζάουερ η εμπειρία των Εβραίων γίνεται μέρος της ιστορικής αφήγησης και όχι εξωτική περιπέτεια», αναφέρει χαρακτηριστικά η Ρ. Μπενβενίστε.
Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου μελετά μαρτυρίες, ενώ ακολουθούν μελέτες και βιβλία από τους Πολυμέρη Βόγλη, Γαβριέλλα Ετμεκτσόγλου. και πλήθος συμμετοχών σε συνέδρια, οι οποίες συνεχίζονται και στις μέρες μας.
Συμπεράσματα
Στις μέρες μας που καταγράφεται μια αναβίωση των «γιορτών μίσους» σε Γράμμο, Βίτσι, Μελιγαλά και Μακρυγιάννη, με διοργανωτές την Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού (ΕΑΑΣ), και με την παρουσία ακροδεξιών οργανώσεων, η μελέτη της δεκαετίας του 1940 με τις νέες μεθόδους της ιστοριογραφίας, ίσως να μπορεί να δώσει απαντήσεις για την κοινωνία μας.
Το κατακερματισμένο κομματικό τοπίο στην Ελλάδα που καταγράφεται στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 αμέσως μετά τη λήξη του Εμφυλίου, επανεμφανίζεται, σύμφωνα με τον Ηλία Νικολακόπουλο, μετά από 62 χρόνια, στις 6 Μαΐου 2012 και εγείρει νέα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η ιστορική έρευνα.
Η ελληνική ιστοριογραφία από το τέλος του εμφυλίου έως και σήμερα, δείχνει να έχει επηρεαστεί από την εκάστοτε πολιτική συγκυρία. Μέχρι το 1974, κυριαρχή η «φωνή των νικητών» και η «εθνικόφρων» ιστοριογραφία, που έχει ως κύριο στόχο την εξαφάνιση του αντιπάλου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Μετά το 1974 και την νομιμοποίηση του ΚΚΕ, καταγράφεται μια μετατόπιση προς την Εθνική Αντίσταση, η οποία μάλλον για ψηφοθηρικά οφέλη ενισχύεται την περίοδο της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ.
Η Αριστερά ανασυντάσσεται και αποκτά αντίλογο. Ήδη από τη δεκαετία του 1980 αλλά κυρίως μετά το 1990, εντατικοποιείται η ιστορική έρευνα και αναδεικνύει πτυχές της αντιστασιακής δράσης των οργανώσεων της Αριστεράς, αλλά και τη δράση που η Δεξιά θέλει να ξεχάσει, όπως η συνεργασία με τον Κατακτητή (δωσιλογισμός) και τα Τάγματα Ασφαλείας.
Η περίοδος της οικονομικής άνθησης της Ελλάδας, και της εδραίωσης της ελληνικής δημοκρατίας στην Ευρώπη, συμπίπτει με νέες ιστοριογραφικές μεθόδους, οι οποίες αναδεικνύουν περισσότερο τα τοπικά και κοινωνικά στοιχεία, φέρνοντας στην επιφάνεια μαρτυρίες και νέα στοιχεία για την κοινωνία της δεκαετίας του 1940.
Έτσι πληθαίνουν οι μελέτες για τον δωσιλογισμό, αλλά και για τους Εβραίους της Ελλάδας, οι οποίοι πλήρωσαν βαρύ φόρο αίματος, όπως σε όλη την Ευρώπη τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Γ. Αντωνίου και Ν. Μαραντζίδης, «Το επίμονο παρελθόν», Η εποχή της σύγχυσης. Η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία, Αθήνα: Εστία, 2008
- Π. Βόγλης, Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή 1941-1944, Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια, 2010
- Π. Βόγλης, Φλ. Τσίλαγα, Ι. Χανδρινός, Μ. Χαραλαμπίδης (επιμ.), «Η εποχή των ρήξεων.
- Η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία του 1940», Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2012
- Π. Βόγλης, «Διαμάχες για το παρελθόν; Η δεκαετία του 1940 στη δημόσια ιστορία και την ιστοριογραφία», Η Μακρά Σκιά της Δεκαετίας του ’40, Πόλεμος -Κατοχή- Αντίσταση- Εμφύλιος, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2015
- Β. Κ. Δαλκαβούκης, Ε. Πασχαλούδη, Ηλ. Σκουλίδας, Κ. Τσέκου (επιμ.) «Αφηγήσεις για τη δεκαετία του 1940. Από το λόγο του κατοχικού κράτους στη μετανεωτερική ιστοριογραφία», Αθήνα: Επίκεντρο 2012
- Δ. Κουσουρής, «Δωσιλογισμός και ιστοριογραφία. Από την πολιτική στην κοινωνική ιστορία του δωσιλογισμού», Η Μακρά Σκιά της Δεκαετίας του ’40. Πόλεμος -Κατοχή- Αντίσταση- Εμφύλιος, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2015
- Α. Λιάκος, «Η νεοελληνική ιστοριογραφία το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα», Σύγχρονα θέματα, τχ. 76-77 (Ιανουάριος-Ιούλιος 2001)
- Ρ. Μπενβενίστε «Για την ιστοριογραφία της Σοά – Το διεθνές πλαίσιο και οι προοπτικές στην ελληνική ιστοριογραφία», Η Μακρά Σκιά της Δεκαετίας του ’40. Πόλεμος -Κατοχή- Αντίσταση- Εμφύλιος, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2015
- Ηλ. Νικολακόπουλος «Τα γκρίζα όρια της εθνικοφροσύνης. Η δεκαετία του 1940 στις μεταγενέστερες εκλογικές αναμετρήσεις», Η Μακρά Σκιά της Δεκαετίας του ’40. Πόλεμος -Κατοχή- Αντίσταση- Εμφύλιος, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2015
- Ελ. Πασχαλούδη «Ένας πόλεμος χωρίς τέλος, Η δεκαετία του 1940 στον πολιτικό λόγο 1950 – 1967», Επίκεντρο, 2010
- Θανάσης Δ. Σφήκας, Λουκιανός Ι. Χασιώτης, Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), «Τα Δεκεμβριανά στη δεξιά μνήμη της δεκαετίας του 1980 και η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης», Δρόμοι του Δεκεμβρίου: Από τον Λίβανο στην Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο 1944
*Το κείμενο αποτελεί εργασία στο πλαίσιο του Μεταπτυχιακού «Δημόσια Ιστορία», στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο







