Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2026
Αρχική ΑΜΥΝΑ

Πόσο αξιόπιστο είναι το τουρκικό casus belli

Πόσο αξιόπιστο είναι το τουρκικό casus belli

Πόσο αξιόπιστο είναι το τουρκικό casus belli – Με απλά λόγια το ερώτημα είναι «Ο εχθρός είναι ικανός να κάνει πόλεμο;». 

Βάλε το Armyvoice.gr στις πηγές σου στο Google πάτα εδώ ↗

Γράφει ο αντιστράτηγος (ε.α) Δημήτριος Μπονώρας*

Ο στρατιωτικός αναλυτής σε στρατηγικό επίπεδο έχει ως στόχο να απαντήσει το ερώτημα εάν ο αντίπαλος θα χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για να πετύχει πολιτικούς στόχους. Δηλαδή εάν θα κάνει χρήση «άλλων μέσων» αφού κατά τον Κλαούζεβιτς πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα.

Με απλά λόγια το ερώτημα είναι «Ο εχθρός είναι ικανός να κάνει πόλεμο;».
Για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό αναζητά πληροφορίες, κατ’ αρχάς, στο πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο.

Οι πληροφορίες που συλλέγονται στο πολιτικό επίπεδο αναλύονται μέσα από το πρίσμα: εάν η υφιστάμενη πολιτική ηγεσία τής αντίπαλης χώρας έχει τη δύναμη, τη θέληση και την αποφασιστικότητα να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική ισχύ για να πετύχει τους στόχους που έχει θέσει.

Για να απαντηθεί αυτή η ερώτηση αναλύονται οι δηλώσεις, οι αποφάσεις, οι κινήσεις, οι συμμαχίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής προσωπικότητας των μελών τής πολιτικής ηγεσίας που δηλώνουν ή δεν δηλώνουν τη θέληση για τη χρήση της στρατιωτικής δύναμης.

Βάλε το Armyvoice.gr στις πηγές σου στο Google πάτα εδώ ↗

Αυτό που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα είναι οι πράξεις και οι ειλημμένες αποφάσεις για τη χρήση ένοπλης βίας με σκοπό τη λύση πολιτικών προβλημάτων.

Διαφημιστικό banner της Real Finance για στεγαστικό δάνειο ενστόλων.

Στο οικονομικό επίπεδο η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι: η οικονομία της αντίπαλης χώρας μπορεί να χρηματοδοτήσει μια πολεμική ενέργεια; Οι πληροφορίες αντλούνται από τη μελέτη των οικονομικών δεικτών και ειδικότερα από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Άμυνας.

Οι αποφάσεις του αντιπάλου για αύξηση των πιστώσεων για την προμήθεια οπλικών συστημάτων, τη συντήρηση, την επίλυση λειτουργικών θεμάτων των Ενόπλων Δυνάμεων, την επίλυση θεμάτων προσωπικού αποτελούν ενδείξεις ότι η πολιτική ηγεσία κατανέμει τους απαραίτητους πόρους για να έχει υψηλό επίπεδο επιχειρησιακών δυνατοτήτων και ότι η χρηματοδότηση της στρατιωτικής ισχύος έχει υψηλή προτεραιότητα. Κοντολογίς, ο στρατηγικός αναλυτής έχει στο μυαλό του, την ιστορικά αποδεδειγμένη αλήθεια, ότι η στρατιωτική ισχύς στηρίζεται επί της οικονομικής ισχύος.

Στο στρατιωτικό επίπεδο εξετάζεται εάν η χώρα έχει τις στρατιωτικές δυνατότητες να διεξάγει έναν πόλεμο. Ο στρατηγικός αναλυτής παρακολουθεί τα εξοπλιστικά προγράμματα, μελετά τα δόγματα του αντιπάλου και αναλύει τις δυνατότητες που χρησιμοποιούνται στις ασκήσεις. Τον ενδιαφέρει το ηθικό, η στελέχωση και η νομιμοποίηση που απολαμβάνουν οι αντίπαλες ένοπλες δυνάμεις από τους πολίτες τής χώρας τους.

Επομένως, η δυνατότητα μιας χώρας να διεξάγει πόλεμο εδράζεται στην πολιτική βούληση, στην ικανότητα της οικονομίας να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο και στην ύπαρξη των κατάλληλων στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Από την πλευρά της Τουρκίας βλέπουμε ότι υπάρχει η εκπεφρασμένη βούληση για τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Η τουρκική εθνοσυνέλευση έχει ψηφίσει ως Casus belli την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ.

Η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα εναντίον της Κύπρου, των Κούρδων και της Συρίας. Έχει εμπλακεί στην εμφύλια ένοπλη σύγκρουση στη Λιβύη και βοήθησε στρατιωτικά το Αζερμπαϊτζάν στον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Επιπλέον, στο στρατιωτικό επίπεδο, η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικά πόσα στην ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας με σκοπό την ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και την απόκτηση νέων επιχειρησιακών δυνατοτήτων.

Η κυβέρνηση του Ερντογάν δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για το γεγονός ότι στερεί τα χρήματα αυτά από άλλους τομείς της τουρκικής οικονομίας που σχετίζονται άμεσα με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ζωής του μέσου Τούρκου. Αβίαστα προκύπτει το συμπέρασμα, ότι για τον Ερντογάν η χρηματοδότηση των Ενόπλων Δυνάμεων της Τουρκίας είναι στην κορυφή της λίστας με τις προτεραιότητές του.

Από την πλευρά της οικονομίας φαίνεται δύσκολο να μπορεί να χρηματοδοτηθεί ένας πόλεμος που έχει επιθετικό χαρακτήρα και δεν θα έχει άμεσο οικονομικό όφελος για την Τουρκία.

Η Τουρκία εμπλέκεται όπου νομίζει ότι θα έχει άμεσα οικονομικά οφέλη. Έτσι ελπίζει ότι η ένοπλη εμπλοκή της στη Λιβύη και τη Συρία καθώς και η στήριξη τού Αζερμπαϊτζάν θα της δώσει άμεσα πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους και στην ανοικοδόμηση των χωρών αυτών.

Από προαναφερθέντα προκύπτει ότι η ηγεσία του Ερντογάν έχει τη πολιτική βούληση να χρησιμοποιήσει τον πόλεμο ως εργαλείο για πετύχει τους πολιτικούς της στόχους. Οι Τουρκικές Δυνάμεις έχουν τις δυνατότητες που απαιτούνται.

Όμως, η οικονομία της Τουρκίας δεν μπορεί να υποστηρίξει μια πολεμική σύγκρουση, πολύ περισσότερο την τρέχουσα περίοδο που αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα. Βεβαία, λαμβάνοντας υπόψη την αυταρχικότητα της κυβέρνησης του Ερντογάν, είναι δυνατόν, μπροστά στην επιτυχία των πολιτικών στόχων της να μη διστάσει να οδηγήσει την τουρκική κοινωνία σε λιμοκτονία ώστε να εξοικονομήσει τα απαιτούμενα κεφάλαια για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Ταυτόχρονα, να φανατίσει τους Τούρκους κατηγορώντας τους «εχθρούς» της Τουρκίας για αυτή την άσχημη κατάσταση.

Από τα παραπάνω εκτεθέντα μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση του Ερντογάν θα ξεκινούσε μια ένοπλη σύγκρουση με την Ελλάδα, στο πλαίσιο τής δέσμευσης του διακηρυγμένου casus belli, όταν συνυπάρξουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  • Η σύγκρουση να είναι περιορισμένης έκτασης και σκοπού.
  • Η νίκη να είναι δεδομένη.
  • Η απόκτηση οικονομικού ή γεωπολιτικού οφέλους να είναι ορατό από το μέσο Τούρκο πολίτη.
  • Η Διεθνής κοινότητα να έχει θετική στάση ή τουλάχιστον ουδέτερη προς την Τουρκία.

Οι προϋποθέσεις αυτές είναι δύσκολό να δημιουργηθούν την περίοδο αυτή. Οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είναι ισχυρές και αφοσιωμένες στην αποστολή τους. Υπάρχει εθνική ομοψυχία και η Διεθνής Κοινότητα ακούει με θετική διάθεση τα ελληνικά επιχειρήματα.

Παράδειγμα είναι η πρόσφατη ελληνογαλλική αμυντική συμφωνία που ενισχύει την Ελλάδα καθώς η Γαλλία είναι μόνιμο μέλος του ΟΗΕ και χώρα με παγκόσμια επιρροή. Αλλά και οι τριμερείς και τετραμερείς συμμαχίες της Ελλάδας με χώρες της Μεσογείου και της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη θέση τής Ελλάδας. Με τον τρόπο αυτό χτίζεται ένας ισχυρός τοίχος όχι μόνο στρατιωτικής αλλά και διπλωματικής αποτροπής.

Για το λόγο αυτό η Τουρκία ακολουθεί μια στρατηγική τριβής και εξαναγκασμού που είναι λίγο κάτω από το κατώφλι της ένοπλής σύγκρουσης.

Ο σκοπός της είναι να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα αναγκάσουν την Ελλάδα να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου. Ώστε μέσω αυτού του τρόπου, η Τουρκία να αποκτήσει αυτά που δεν μπορεί να έχει με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης.

*Ο αντιστράτηγος (ε.α) Δημήτριος Μπονώρας είναι επίτιμος Υπαρχηγός ΓΕΣ, Πρώην Γενικός Επιθεωρητής Στρατού, ΜΑ στις «Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Σπουδές» του ΕΚΠΑ.