
Η ελληνοτουρκική κρίση 2020 σε Έβρο και Αιγαίο δημιούργησε, σύμφωνα με τους ερευνητές, νέο πρότυπο έντασης, που μπορεί να επιστρέψει από άλλο πεδίο.
Γράφει η Ιωάννα Ηλιάδη
Το Armyvoice ανοίγει σειρά άρθρων για την ελληνοτουρκική κρίση του 2020, τη χρονιά που ένωσε τον Έβρο, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο σε ένα νέο πρότυπο έντασης, με συνέπειες που παραμένουν ανοιχτές.
Η ελληνοτουρκική κρίση του 2020 έχει μείνει στη δημόσια μνήμη ως δύο διαφορετικές στιγμές: ο Έβρος τον Μάρτιο και το Oruc Reis στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο το καλοκαίρι.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για δύο άσχετα επεισόδια. Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης, σε άρθρο του με τίτλο Between escalation and détente στο Turkish Studies, καταγράφει το 2020 ως χρονιά δύο κλιμακώσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις: μία τον Μάρτιο στα χερσαία σύνορα, με πρόσφυγες και μετανάστες, και μία τον Αύγουστο, με ανάπτυξη του Στόλου της Ελλάδας και της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το 2020 έδειξε ότι η ελληνοτουρκική ένταση μπορεί να αλλάζει πεδίο: από τα χερσαία σύνορα στη θάλασσα, από το μεταναστευτικό στις θαλάσσιες ζώνες και από την επιχειρησιακή πίεση στη διπλωματική και συμμαχική αναμέτρηση.
Το πιο σοβαρό συμπέρασμα που άφησε πίσω της εκείνη η χρονιά είναι ότι η κρίση δεν έκλεισε με την αποχώρηση των μεταναστών από τον Έβρο ή με την αποκλιμάκωση γύρω από το Oruc Reis. Δημιούργησε ένα νέο πρότυπο κρίσης, το οποίο μπορεί να επανεμφανιστεί από άλλο σημείο και με διαφορετικά εργαλεία.
Από τον Έβρο στο Αιγαίο
Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2020, η πίεση μεταφέρθηκε στον Έβρο. Η Τουρκία άνοιξε τον δρόμο προς τα ελληνικά σύνορα σε χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, επιχειρώντας να πιέσει ταυτόχρονα την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για την Αθήνα, η κρίση παρουσιάστηκε ως απόπειρα παραβίασης των συνόρων. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας, όμως, ήταν μια σύνθετη κατάσταση υψηλής επιφυλακής, όπου η ασφάλεια των συνόρων, το μεταναστευτικό, η ανθρωπιστική διάσταση και η πολιτική πίεση μπλέχτηκαν σε ένα ενιαίο πεδίο έντασης.
Λίγους μήνες αργότερα, η κρίση μετακινήθηκε στη θάλασσα. Το Oruc Reis, οι τουρκικές NAVTEX, η παρουσία πολεμικών πλοίων και οι συνεχείς διπλωματικές παρεμβάσεις δημιούργησαν συνθήκες ναυτικής αντιπαράθεσης. Η Ελλάδα βρέθηκε απέναντι σε μια Τουρκία που δοκίμαζε όρια, συμμαχίες και αντοχές στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Γρηγοριάδης επισημαίνει ότι η προσφυγική κρίση και η πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης για την ενεργειακή εξερεύνηση στην Ανατολική Μεσόγειο εμφανίστηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία τα παλαιότερα πολιτικά και θεσμικά εργαλεία επίλυσης είχαν αποδυναμωθεί. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε δύο μεμονωμένα γεγονότα, αλλά μια συνολική δοκιμασία της ελληνοτουρκικής σχέσης.
Το νέο πρότυπο κρίσης
Η ελληνοτουρκική κρίση του 2020 έδειξε ότι η ένταση δεν εκδηλώνεται πια μόνο με τον κλασικό τρόπο: παραβιάσεις, αναχαιτίσεις, δηλώσεις, διπλωματικά διαβήματα και παρουσία πολεμικών πλοίων.
Η πίεση μπορεί να ασκηθεί σε πολλά επίπεδα.
- Στα σύνορα, με εργαλειοποίηση ανθρώπινων ροών.
- Στη θάλασσα, με έρευνες και ναυτικές κινήσεις.
- Στην ενέργεια, με διεκδικήσεις γύρω από θαλάσσιες ζώνες.
- Στις συμμαχίες, με προσπάθεια κάθε πλευράς να εξασφαλίσει διεθνή στήριξη.
- Στην κοινή γνώμη, με εικόνες αποφασιστικότητας και εθνικής ισχύος.
Ο Ζήνωνας Τζιάρρας, σε άρθρο του με τίτλο Drivers of crisis in the Greek-Turkish protracted conflict στο Southeast European and Black Sea Studies, προσεγγίζει την κρίση του 2020 ως αποτέλεσμα συνδυασμού διεθνών και περιφερειακών μεταβολών με εσωτερικούς πολιτικούς παράγοντες. Δεν την εξηγεί μόνο ως ζήτημα θαλάσσιων διαφορών ή ενεργειακού ανταγωνισμού, αλλά ως κρίση που διαμορφώθηκε μέσα από αλλαγές στο περιφερειακό περιβάλλον, ηγετικές αντιλήψεις, εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και εθνικιστικές δυναμικές.
Αυτό το μοντέλο είναι πιο επικίνδυνο από μια κλασική διπλωματική κρίση. Δεν έχει ένα μόνο σημείο εκκίνησης και ένα μόνο σημείο λήξης. Μπορεί να αρχίσει στον Έβρο, να συνεχιστεί στο Αιγαίο, να μεταφερθεί στην Κύπρο ή στην Ανατολική Μεσόγειο και να πάρει ευρωπαϊκές διαστάσεις μέσα από το μεταναστευτικό ή την ενεργειακή ασφάλεια.
Με αυτή την έννοια, το 2020 δεν ανήκει στο παρελθόν. Λειτουργεί ως προειδοποίηση για το πώς μπορεί να ανοίξει η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση.
Η παλιά ύφεση είχε ήδη εξαντληθεί
Η ένταση του 2020 δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Προηγήθηκε η σταδιακή εξάντληση της ελληνοτουρκικής ύφεσης που είχε ξεκινήσει μετά το 1999, όταν η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας είχε δημιουργήσει προσδοκίες διαλόγου και θεσμικής εξομάλυνσης.
Για ένα διάστημα, η λογική ήταν ότι η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο κανόνων, διαλόγου και πιθανής ειρηνικής διευθέτησης. Αυτή η δυναμική αποδυναμώθηκε. Το Κυπριακό παρέμεινε άλυτο, οι θαλάσσιες διαφορές δεν οδηγήθηκαν σε θεσμική επίλυση και η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας έχασε την πολιτική της ισχύ.
Ο Γρηγοριάδης συνδέει την επιστροφή της έντασης με την αποδυνάμωση των εργαλείων που είχαν συνδεθεί με την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας και με την αδυναμία των δύο πλευρών να μετατρέψουν την περίοδο ύφεσης σε ουσιαστική διευθέτηση. Την ίδια περίοδο, η Ανατολική Μεσόγειος μετατράπηκε σε νέο πεδίο ανταγωνισμού: φυσικό αέριο, ΑΟΖ, τριμερείς συνεργασίες, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Γαλλία και ΗΠΑ μπήκαν πιο έντονα στην εξίσωση.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι παλιές διαφορές δεν λύθηκαν, ενώ προστέθηκαν νέες εντάσεις. Το 2020 ήταν η χρονιά που όλα αυτά συναντήθηκαν.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις στην πρώτη γραμμή
Για τις Ένοπλες Δυνάμεις, το 2020 ήταν χρονιά διαρκούς πίεσης.
Στον Έβρο, η παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων είχε αποτρεπτικό και υποστηρικτικό χαρακτήρα σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής φόρτισης. Στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, το Πολεμικό Ναυτικό βρέθηκε σε παρατεταμένη επιχειρησιακή ετοιμότητα, με αυξημένο κίνδυνο ατυχήματος ή λάθους υπολογισμού.
Ο Ζηνων Τζιάρρας δείχνει ότι η κρίση του 2020 δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως αντίδραση σε μια συγκεκριμένη τουρκική κίνηση. Εντάσσεται σε ευρύτερο πλαίσιο, όπου η Τουρκία είχε αποκτήσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση στη χρήση ισχύος, ενώ η εσωτερική πολιτική σκηνή και οι εθνικιστικές πιέσεις περιόριζαν τα περιθώρια συμβιβαστικής στάσης.
Αυτό έχει άμεση σημασία για την Ελλάδα. Οι Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να κρατήσουν τη γραμμή στο πεδίο. Μπορούν να επιτηρήσουν, να αποτρέψουν, να δείξουν ετοιμότητα, να μειώσουν τον κίνδυνο αιφνιδιασμού. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν την πολιτική.
Όταν η πολιτική ηγεσία περιορίζεται στη διαχείριση κάθε κρίσης αφού ξεσπάσει, χωρίς σταθερό σχέδιο αποκλιμάκωσης και θεσμικής διευθέτησης, το βάρος μεταφέρεται ξανά και ξανά στο στράτευμα.
Έτσι, η αποτροπή γίνεται μόνιμη κατάσταση. Η επιφυλακή γίνεται κανονικότητα. Και κάθε κρίση αφήνει πίσω της την υποδομή της επόμενης.
Η επόμενη κρίση μπορεί να μη μοιάζει με την προηγούμενη
Το λάθος θα ήταν να περιμένει κανείς ότι η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση θα αντιγράψει ακριβώς το 2020.
Μπορεί να μην ξεκινήσει από τον Έβρο. Μπορεί να μην ξεκινήσει από το Oruc Reis. Μπορεί να εμφανιστεί μέσα από ένα επεισόδιο στο Αιγαίο, από νέα πίεση γύρω από την Κύπρο, από ζήτημα έρευνας και διάσωσης, από μεταναστευτικές ροές, από ενεργειακή κίνηση ή από συνδυασμό διαφορετικών πεδίων.
Αυτό είναι το νέο πρότυπο που ανέδειξε η ελληνοτουρκική κρίση του 2020: η ένταση δεν μένει σταθερή σε ένα μέτωπο. Μετακινείται, αλλάζει μορφή και επιστρέφει εκεί όπου οι δύο πλευρές έχουν ανοιχτές διαφορές, αδύναμους μηχανισμούς διαλόγου και ισχυρές αφηγήσεις απειλής.
Η Ελλάδα χρειάζεται αποτροπή. Χρειάζεται Ένοπλες Δυνάμεις με ετοιμότητα, μέσα και προσωπικό που να μπορεί να αντέξει την πίεση. Αλλά η αποτροπή, από μόνη της, δεν είναι στρατηγική ειρήνης.
Χωρίς πολιτική αποκλιμάκωσης, χωρίς θεσμικούς διαύλους και χωρίς καθαρό σχέδιο ειρηνικής διευθέτησης, το 2020 δεν είναι μάθημα. Είναι προειδοποίηση.
Στο επόμενο άρθρο: Πώς οι παραβιάσεις, οι αναχαιτίσεις και η καθημερινή στρατιωτική τριβή μετατρέπουν την ελληνοτουρκική αντιπαλότητα σε μόνιμη επιχειρησιακή πίεση.



