Ελλάδα – Τουρκία: Να προετοιμαζόμαστε μακροπρόθεσμα για πόλεμο, λέει αντιστράτηγος, εκτιμώντας ότι  η πολιτική απέτυχε να βρει λύση

Γράφει ο αντιστράτηγος ε.α. Δημήτρης Μπονώρας, επίτιμος υπαρχηγός ΓΕΣ

Διαβάζοντας τον ημερήσιο τύπο αλλά και ακούγοντας τους αναλυτές στο ραδιόφωνο και τηλεόραση διαπιστώνει κάποιος ότι τρεις είναι οι τάσεις που διαμορφώνονται σε σχέση με την αντιμετώπιση τής τουρκικής απειλής.

Η πρώτη τάση εκφράζεται από τους υποστηρικτές του «συμβιβασμού». Υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν έχει πολλές πιθανότητες απέναντι στην Τουρκία καθώς δεν διαθέτει τις απαιτούμενες δυνάμεις.

Αναλύονται τα τουρκικά επιχειρήματα και καταλήγουν ότι «η Τουρκία έχει θεμιτούς στόχους και δίκαια επιχειρήματα» και ότι οι ελληνικές θέσεις είναι «μαξιμαλιστικές». Εμφανίζουν τον εαυτό τους ως την «ψύχραιμη φωνή» και με έμφαση υπογραμμίζουν «πόλεμο θέλετε;».

Περιγράφουν τη στρατηγική τους ως «στρατηγική ψυχραιμίας» ή «καλόπιστης στάσης». Γενικά αυτή η τάση εμπνέεται από την «άψογη στάση» του Θεοτόκη.

Δεν υποστηρίζω ότι είναι σχεδιασμένο, αλλά η τάση αυτή σε συνδυασμό με τις εμπρηστικές δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων που αναπαράγονται σε υπερβολικό βαθμό, λειτουργεί υποστηρικτικά τής πολιτικής έντασης που συντηρεί η Τουρκία εναντίον της Ελλάδας, που σκοπό έχει να υπονομεύσει το αγωνιστικό πνεύμα και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων.

Η δεύτερη τάση διαπνέεται από την υπερβολική «ορμητικότητα». Οι υποστηρικτές της πιστεύουν ότι ένα θερμό επεισόδιο είναι αναπόφευκτο. Οι Ελλάδα θα πρέπει να είναι έτοιμη να απαντήσει άμεσα και αποτελεσματικά σε περίπτωση θερμού επεισοδίου ή σημειακής κρίσης.

Ο πυρήνας της στρατηγικής αυτής είναι να αντιδράσουμε αποφασιστικά με σκοπό να μην ηττηθούμε στο πεδίο ή επικοινωνιακά. Στη συνέχεια θα επέμβουν οι σύμμαχοί μας και η κρίση θα τερματιστεί.

Αυτή η τάση έχει αρκετούς υποστηρικτές καθώς στα αρχικά στάδια επιτρέπει «ηρωικές» δηλώσεις και κινήσεις εντυπωσιασμού. Όπως φαίνεται μέσα από δηλώσεις και αποφάσεις, είναι η κυριαρχούσα τάση.

Οι οπαδοί της επιθυμούν έναν «μικρό» Στρατό, δίνουν έμφαση στις Ειδικές Δυνάμεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από την ταχύτητα αντίδρασης και είναι ιδανικές στην αντιμετώπιση ενός σημειακού επεισοδίου. Η άποψη αυτή έχει τρία μειονεκτήματα.

  • Το πρώτο είναι ότι προβλέπει Ένοπλες Δυνάμεις που είναι οργανωμένες, εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες για την αντιμετώπιση μιας σημειακής κρίσης, περιορισμένης σε τόπο και χρόνο.
  • Το δεύτερο είναι ότι εναποθέτει τις ελπίδες της στην ξένη υποστήριξη για τη θετική λήξη του επεισοδίου.
  • Το τρίτο μειονέκτημα , και το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου, είναι ότι δεν δίνει οριστική λύση στο πρόβλημα μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας.

Η τελευταία τάση είναι αυτή της «γενικής» σύγκρουσης. Αυτή έχει τους λιγότερους δημόσιους υποστηρικτές καθώς δεν είναι επικοινωνιακό να υποστηρίζεις θέσεις που απαιτούν προσπάθεια, έχουν υποχρεώσεις και δεσμεύουν πόρους.

Η άποψη αυτή συνοψίζεται στη θέση ότι η αποτελεσματική αποτροπή είναι να πειστεί η Τουρκία ότι κάθε εχθρική της ενέργεια θα αντιμετωπισθεί με συνολική αντίδραση, δηλαδή με πόλεμο.

Όμως, η προετοιμασία ενός έθνους για πόλεμο χρειάζεται σχεδιασμό, επενδύσεις σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας και κυρίως ηγεσία. Ειδικότερα, απαιτείται η συνολική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων με έμφαση στον εξοπλισμό, στην στελέχωση και στην ανάπτυξη ικανοτήτων παρατεταμένης δράσης.

Στην κοινωνία, πρέπει να δοθεί έμφαση σ’ αυτά που μας ενώνουν και να καλλιεργηθεί το αίσθημα της προσφοράς. Τέλος, σε επίπεδο ηγεσίας, απαιτείται η ύπαρξη ενός ηγέτη που να έχει ένα συνολικό όραμα για την Ελλάδα, να δει τις δυνατότητες των Ελλήνων και να μπορεί να πάρει πάνω του την ευθύνη που απαιτούν οι μεγάλες αποφάσεις. Τέτοιοι ηγέτες υπήρξαν στην Ελλάδα. Να θυμίσω τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Θεωρώ ότι είναι εποικοδομητικό το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Οι απόψεις που κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο έχουν στοιχεία που αξίζει να υιοθετηθούν και στοιχεία που είναι ακραία. Η πολιτική που θα πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που θα προκύψει από τη σύνθεση των θετικών στοιχείων των παραπάνω τάσεων.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει στο μυαλό της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας ότι όταν η πολιτική φθάσει σ’ ένα όριο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει, κάνει τη χρήση «άλλων μέσων» σύμφωνα με τον Clausewitz. Αυτό σημαίνει ότι ξεσπά ένας πόλεμος για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που εμποδίζουν την πολιτική να πετύχει τους στόχους της.

Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών προβλημάτων φαίνεται ότι η πολιτική έχει εξαντλήσει τις δυνατότητες της να επιλύσει τα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών.

Μέσα από την οπτική αυτή, θα πρέπει η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία να ετοιμάζουν τη χώρα για το ενδεχόμενο μιας στρατιωτικής σύγκρουσης. Η σκέψη αλλά και η ευχή να μην «κάτσει στη βάρδια μας» δεν απαλλάσσουν από τις ευθύνες κανέναν που βρέθηκε ή βρίσκεται σε θέση ευθύνης.

Θέλω να κλείσω με ένα απόσπασμα από τη δημηγορία του Περικλή για την αιτιολόγηση του πολέμου όπως το παρουσιάζει ο Θουκυδίδης:

«…ούτε πρέπει να έχετε την ενδόμυχη σκέψη ότι αρχίζετε τον πόλεμο για ασήμαντη αιτία. Το ασήμαντο αυτό είναι δοκιμασία του φρονήματος σας και της αποφασιστικότητάς σας γενικά. Αν υποχωρήσετε θα προβάλλουν αμέσως άλλη μεγαλύτερη απαίτηση γιατί θα νομίσουν ότι και τώρα θα ενδώσετε από φόβο…»
(Θουκυδίδη, Ιστορίας Α’ 140-141)