Πώς ο Έλληνας «Γκιαούρ» του λόρδου Βύρωνα δημιούργησε τον κόμη Δράκουλα – Οι οθωμανικές κατάρες που περιβάλλουν τον γκιαούρη, προκαλούν ανατριχίλα.

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

Μία όμορφη κόρη πληρώνει με τη ζωή της την αγάπη της για έναν νέο. Εκείνος σκοτώνει τον εκτελεστή της και δέχεται την ειδεχθή κατάρα να ζει στο εξής τρεφόμενος από το αίμα των μελών της οικογένειάς του…

Είναι ένας ζοφερός θρύλος, που κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, αφού φαίνεται πως τα πρόσωπα, που τον συνθέτουν, υπήρξαν.

Ο λόρδος Βύρων, πάντως, άκουσε την ιστορία σε ένα από τα ταξίδια του στην Ανατολή και εμπνεύστηκε από αυτήν το επικό ποίημά του με τίτλο «Γκιαούρ», από όπου αργότερα θα «γεννηθεί» ο διαχρονικός, πιο «κακός» χαρακτήρας της λογοτεχνίας και του σινεμά: ο κύριος Δράκουλας!

Η ιστορία μάλιστα θα ταυτιστεί με την Ελλάδα, καθώς, εκεί στις αρχές του 19ου αι., σε εποχή έντονων ζυμώσεων προς τον σκοπό της απελευθέρωσης από τον οθωμανικό ζυγό, ο φιλλέλην λόρδος θα «δει» στο πρόσωπο της κοπέλας του θρύλου, τη βασανισμένη Ελλάδα, που διεκδικούν ως άλλοι παθιασμένοι αντεραστές, Χριστιανισμός και Ισλάμ και ευρισκόμενος ήδη στο κατώφλι της επανάστασης, θα διαβλέψει την υπερίσχυση του πρώτου.

Αλλά όσο πιο δυνατή η ψυχή του καταπιεζόμενου, τόσο πιο μανιασμένη η οργή του δυνάστη. Γι αυτό και η κατάρα της συντήρησης, στη ζωή, με αίμα παραμένει νωπή για περισσότερα από 200 χρόνια…

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Πώς γεννήθηκε ο Βρικόλακας

Ο Ιρλανδός Μπραμ Στόκερ (Abraham Bram Stoker / 1847-1912), δημοσιογράφος και συγγραφέας, έχοντας γεννηθεί σε χρονική στιγμή που του επιτρέπει να εισπνέει την αντάρα μιας τεταμένης περιόδου ειδικά στην ανατολική Ευρώπη, όπου συντελούνται συμμαχίες καθοριστικές για το μέλλον της οθωμανικής επικράτειας, φαίνεται να κυριεύεται από ανησυχία για την εξέλιξη των γεγονότων.

Ήδη, με το πρώτο του έργο υπό τον τίτλο «Το πέρασμα του φιδιού» δείχνει έντονο ενδιαφέρον για τις πολιτικές ζυμώσεις της εποχής και τη θέση της Ιρλανδίας στον τόπο και τον χρόνο.

Έχοντας ήδη μια μακρά θητεία ως δημοσιογράφος, Στόκερ «δουλεύει» μανιωδώς το επόμενο βιβλίο του, που φιλοδοξεί να ενταχθεί στη λογοτεχνία του συρμού της εποχής, τη γοτθική. Φαντάζεται, δηλαδή, μια ιστορία που συνδυάζει στοιχεία τρόμου (φυσικού και ψυχολογικού) και ρομαντισμού.

Τα συστατικά ενός επιτυχημένου γοτθικού μυθιστορήματος είναι μυστήριο, στοιχειά, ζόφος, θάνατος, κατάρες που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά και κάπου ανάμεσα ένα ρομάντζο για να … σπάει η μονοτονία…

Έχει συγγράψει περισσότερο από το μισό πόνημα, με τον μύθο να εξελίσσεται στα Καρπάθια Όρη, στα σύνορα Τρανσυλβανίας, Βουκοβίνας και Μολδαβίας, περιοχή που επιλέγει προσεκτικά, επειδή μορφολογικά και κλιματολογικά υποστηρίζει τον γοτθικό σκοτεινό, μυστηριακό χαρακτήρα του βιβλίου.

Στο μεταξύ, σε αυτήν την ίδια περιοχή έχει δράσει δεκαετίες νωρίτερα ο βοεδόδας (αρχηγός στρατού – τοποτηρητής) πρίγκιπας Βλαντ Γ΄ Τσέπες (Vlad Țepeș – 1431-1476) της Βλαχίας (σημερινής Ρουμανίας).

Είναι αυτός που κυνήγησε όσο κανείς και με παροιμιώδη αγριότητα τους Τούρκους και έμεινε στην ιστορία ως «παλουκωτής». Ενδεικτικά, οι ιστορικοί Φλορέσκου και ΜακΝάλι (Radu R. Florescu και Raymond T. McNally), στο έργο τους με τίτλο «Δράκουλας, ο πρίγκιπας με τα πολλά πρόσωπα»,

κάνουν λόγο για ένα «δάσος ανασκολοπισμένων Οθωμανών» μήκους 17 σταδίων και πλάτους επτά (!), αναφερόμενοι σε παραδουνάβια πόλη, από όπου είχε περάσει ο Βλαντ με τον στρατό του, προκειμένου να σκοτώσει τον Σουλτάνο. Όταν δεν τα κατάφερε, ξέσπασε την οργή του στη πόλη.

Η πλοκή του έργου του Στόκερ στρέφεται γύρω από τον δικηγόρο Χάρκερ, που φυλακίζεται στο κάστρο τού ευγενή «κόμη βρικόλακα», ο οποίος τρέφεται με ανθρώπινο αίμα. (Έτσι κι αλλιώς, ο «βαμπιρισμός» ως έννοια είναι ήδη γνωστός από τον καιρό της… λάσπης.

Πάμπολλες αιμοδιψείς μορφές της ελληνικής μυθολογίας αποτυπώνονται σε έργα φιλοσόφων και ποιητών της αρχαίας Ελλάδας, με πρώτη και καλύτερη τη Λάμια, την πανέμορφη βασίλισσα της Λιβύης, την οποία ερωτεύτηκε ο Δίας, προκαλώντας τη ζήλια της Ήρας, που σκότωσε όλα τα παιδιά του ανόσιου ζεύγους και μεταμόρφωσε τη Λάμια σε τέρας.

Κι εκείνη, από αβάσταχτη θλίψη για τον χαμό των παιδιών της, έκλεβε μωρά και έπινε το αίμα τους!)

Ωστόσο, λίγο πριν ο Ιρλανδός συγγραφέας βάλει την τελευταία τελεία στο έργο του και καθώς ερευνά για νέα στοιχεία, που θα εμπλουτίσουν τον μύθο, «σκοντάφτει» στην αναφορά του Βρετανού προξένου της Μολδοβλαχίας Γουίλιαμ Γουίλκινσον (William Wilkinson)

με τίτλο «An Account of the Principalities of Wallachia and Moldavia» («Απολογισμός των Πριγκιπάτων της Βλαχίας και της Μολδαβίας») και από εκεί ενημερώνεται για τη σκοτεινή προσωπικότητα του Βλαντ Γ΄, ο οποίος όμως δεν αναφέρεται ως Τσέπες, αλλά ως πρίγκιπας Ντράκουλα, βάσει του θυρεού της οικογένειας και ως τέκνο του Βλαντ Β΄ Ντράκουλ (Drăcul).

Στην πραγματικότητα, ο Στόκερ αγνοεί έως εκείνη τη στιγμή το εύρος της δράσης του πρίγκιπα με το ζοφερό πρόσωπο, αλλά δεν εντυπωσιάζεται και από αυτήν. Άλλωστε, η δική του φαντασία έχει ξεπεράσει την πραγματικότητα και έχει ήδη διαμορφώσει τον δικό του αποτρόπαιο ήρωα.

Τον εντυπωσιάζει όμως η υποσημείωση στην τελευταία σελίδα της μακροσκελούς αναφοράς: «Δράκουλας» (Drăcul) = όνομα μεγάλης οικογένειας της Βλαχίας (μεταφράζεται ως «διάβολος»)! Το όνομα είναι «πιασάρικο» και η ερμηνεία του ακόμη περισσότερο!

Το σημαντικότερο είναι ότι καθώς το Ντράκουλ αποτελεί μια απλή λέξη της Βλαχικής, ουδείς εκ των απογόνων της οικογενείας θα διεκδικήσει αποζημίωση ή και ποσοστά από τις πωλήσεις…

Ο Στόκερ ξαναβαφτίζει τον ήρωά του! Πιάνει το βιβλίο του από την αρχή και όπου «κόμης βρικόλακας» βάζει «κόμης Δράκουλας»!

Έτσι, από μία σύμπτωση, από μια βιαστική ματιά στις πηγές μιας προξενικής αναφοράς, το θρυλικό δημιούργημα του Στόκερ θα ταυτίζεται εις τους αιώνας με τους Τσέπες!

Έχει ήδη ξημερώσει το 1897. Ο Δράκουλας του Στόκερ εκδίδεται και το αποτέλεσμα εκπλήσσει και τον ίδιο. Το βιβλίο κυκλοφορεί με την ταχύτητα του ανέμου.

Το περιεχόμενο που τρομοκρατεί και συνάμα σκανδαλίζει, καθιερώνει τον αιμοδιψή κόμη σε θρύλο που ζωντανεύει στους χειρότερους εφιάλτες των αναγνωστών…

Την επιτυχία πιστώνεται ασφαλώς ο δημιουργός συγγραφέας, που καταφέρνει να παρουσιάσει την ιστορία του κρατώντας την με εντυπωσιακή ικανότητα ανάμεσα σε φαντασιακό και ιστορικούς ακροβατισμούς.

Το βιβλίο είναι γραμμένο επιστολικά (και πολύ σοφά, ως αποδεικνύεται), δηλαδή μέσα από γράμματα, καταχωρήσεις σε προσωπικά ημερολόγια αλλά και ημερολόγια πλοίων, των οποίων αφηγητές είναι οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.

Πολλές φορές, η ιστορία συμπληρώνεται με αποκόμματα εφημερίδων που αφηγούνται περιστατικά, τα οποία συνέβησαν χωρίς την παρουσία αυτόπτη μάρτυρα (άρα, ενδεχόμενες φαντασιοπληξίες της εποχής).

Τα δε γεγονότα που αποτυπώνονται στις σελίδες του βιβλίου, παρατίθενται κατά χρονολογική σειρά, μεταξύ 3 Μαΐου και 6 Νοεμβρίου μιας συγκεκριμένης χρονιάς της δεκαετίας του 1890. Όλα έχουν μία αληθοφανή βάση.

Ο κόμης Δράκουλας είναι πια εδώ και σαν αυθεντική νεκροζώντανη φιγούρα, που κρατιέται με κάθε (ανθρωπο)θυσία ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, δεν θα πεθάνει ποτέ.

Διαβάστε την συνέχεια στο amna.gr