14 Ιουλίου 1789: Η πτώση της Βαστίλης. Λεπτό προς λεπτό τα ιστορικά γεγονότα που σήμαναν την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης.

Το αίτημα της ανερχόμενης αστικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων να συγκληθεί η Γενική Συνέλευση των Τάξεων (είχε να συγκληθεί 175 χρόνια) αντιμετωπίζεται αρνητικά από το βασιλιά Λουδοβίκο τον 16ο.

Στις αρχές του Ιουλίου 1789, οι εκπρόσωποι της «τρίτης κάστας» επιβάλλουν τη σύγκληση της Συνέλευσης και της προσδίδουν ρόλο συντακτικό. Ο βασιλιάς αντιδρά και συγκεντρώνει δυνάμεις στο Παρίσι για να χτυπήσει τη Συνέλευση, ενώ στις 11 Ιούλη απολύει τον αγαπητό στο λαό υπουργό Οικονομικών Νέκερ.

Στις 12 Ιουλίου γίνονται οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στο λαό και το στρατό. Στις 13 Ιουλίου, η πρωτεύουσα αναστατώνεται από τις κωδωνοκρουσίες, που καλούν το λαό να ξεσηκωθεί.

Οι δρόμοι και οι πλατείες πλημμυρίζουν από εργάτες, βιοτέχνες, μικρέμπορους, υπάλληλους και φοιτητές. Ο λαός αρχίζει να οπλίζεται με δεκάδες χιλιάδες όπλα, που άρπαξε από τους στρατώνες.

Αλλά η κυβέρνηση κρατάει στα χέρια της ένα τρομερό φρούριο – τις φυλακές της Βαστίλλης. Οι οχτώ πύργοι του φρουρίου αυτού, που προστατεύονταν γύρω γύρω από δυο βαθιά χαντάκια, έδιναν την εντύπωση πως το φρούριο αυτό ήταν το ακατάλυτο κάστρο της απολυταρχίας.

 

14 Ιουλίου 1789

Το πρωί της 14ης Ιουλίου του 1789, ημέρα Τρίτη, ο μαινόμενος όχλος των στασιαστών, αφού προηγουμένως είχε ρημάξει, πυρπολήσει και λεηλατήσει περιουσίες, τα 4/5 των τελωνείων του Παρισιού και ολοκληρώσει την καταστροφή της Μονής του Αγίου Λαζάρου, σπεύδει πλέον ως θριαμβευτής της κατάστασης να ενταχθεί στις τάξεις της πολιτοφυλακής που οργανώνονται από την επαναστατική επιτροπή στο Δημαρχείο του Παρισιού.

Ο εκτελών χρέη δημάρχου του Παρισιού, κοσμήτορας των εμπόρων, Ζακ ντε Φλεσέλ, που είχε εκλεγεί από τον Απρίλιο, προσπαθεί να πείσει ότι αναμένει 12.000 τουφέκια μετά από παραγγελία αγοράς, πλην όμως δεν εισακούγεται.

Οι στασιαστές ζητούν άμεση διάθεση όπλων έστω και δια της βίας. Έτσι αποφασίζεται από την επαναστατική επιτροπή η έφοδος στο Μέγαρο των Απομάχων (Hotel des Invalides), όπου υπήρχε αποθήκη οπλισμού.

Σημειώνεται ότι την προηγουμένη το απόγευμα αντιπροσωπεία της επαναστατικής επιτροπής είχε μεταβεί στο Μέγαρο των Απομάχων και είχε ζητήσει την παράδοση του αποθηκευμένου εκεί οπλισμού για τον εξοπλισμό της πολιτοφυλακής, πλην όμως ο διοικητής του Μεγάρου τους είχε αρνηθεί και η αντιπροσωπεία έφυγε άπρακτη χωρίς να δοθεί κάποια συνέχεια.

Έφοδος στο Μέγαρο των Απομάχων

Γύρω στις 9 το πρωί ένα πολύμορφο πλήθος στασιαστών με προπομπούς τυμπανιστές αρχίζει να κινείται στους κεντρικούς δρόμους του Παρισιού με κατεύθυνση το Μέγαρο των Απομάχων, αποφασισμένο άλλη μια φορά για λεηλασία ή εμπρησμό.

Παρότι το Μέγαρο βρίσκεται σχετικά πολύ κοντά σε στρατόπεδα πεζικού και πυροβολικού της Ελβετικής Φρουράς, στο λεγόμενο «Πεδίο του Άρεως», όπου και η Στρατιωτική Ακαδημία του Παρισιού, ο διοικητής της φρουράς δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια καταστολής ή προστασίας, αλλά αντίθετα μετακινεί τις δυνάμεις του προς άλλη κατεύθυνση φερόμενος να εγκαταλείπει τη θέση του και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στους στασιαστές.

Οι τελευταίοι πηδώντας τις τάφρους αρχίζουν να πολιορκούν το κτίριο απειλώντας να σπάσουν τις πόρτες.

Ο διοικητής του Μεγάρου παρότι διέθετε ένοπλη φρουρά αποφάσισε να μη συγκρουστεί ένοπλα με το πλήθος όπου και ακολούθησε εισβολή στα υπόγεια του Μεγάρου στα οποία βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 30.000 - 40.000 μουσκέτα, δηλαδή οπλισμός δεκαπλάσιος από εκείνο που έφερε όλη η ανακτορική φρουρά που ασκούσε αστυνομικά καθήκοντα στο Παρίσι. Τώρα οι στασιαστές έγιναν ένοπλοι, αλλά χωρίς σφαίρες και μπαρούτι. Αυτά θα τα αναζητήσουν στη Βαστίλη.

Έφοδος στη Βαστίλη

Η έφοδος στη Βαστίλη, μετά από πολύωρη πολιορκία των στασιαστών, έγινε το απόγευμα της 14ης Ιουλίου (1789).

Το γεγονός όμως ότι ακολούθησε και δεν προηγήθηκε της εφόδου του Μεγάρου των Απομάχων αποκαλύπτει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά και ταυτόχρονα ανατρεπτικά στοιχεία:

  • Η εκεί αποθήκευση και ύπαρξη οπλισμού και εφοδίων, π.χ. σφαιρών και πυρίτιδας δεν ήταν εξ αρχής γνωστή στους στασιαστές. Έγινε γνωστή μετά την έφοδο στο Μέγαρο των Απομάχων.
  • Πρωταρχικός στόχος της εφόδου ήταν η προμήθεια σφαιρών και πυρίτιδας, που αν αυτά υπήρχαν στο Μέγαρο τωμ Απομάχων θα κατάσχονταν και αυτή η έφοδος σε φρούριο δεν θα συνέβαινε.
  • Ο αριθμός των κρατουμένων ήταν άγνωστος στους στασιαστές, η δε απελευθέρωσή τους έγινε κατά την κατάληψη ως δικαιολογία της παρανομίας τους, διαφορετικά με τον συμβολισμό μάλιστα που συνόδευε τη Βαστίλη κατά τους στασιαστές, (σύμφωνα με την προπαγάνδα), η έφοδος αυτή θα έπρεπε να είχε προηγηθεί ένα ή δύο εικοσιτετράωρα.
  • Η έφοδος στο φρούριο δεν είχε αποφασιστεί εξ αρχής, ακόμα και μετά την έφοδο στο Μέγαρο των Απομάχων, θεωρώντας δεδομένο ότι σε μία τέτοια σύγκρουση και μάλιστα από στασιαστές έστω ένοπλους αλλά ουσιαστικά άοπλους με φρούριο επανδρωμένο, ο αριθμός των θυμάτων εξ αυτών θα είναι ιδιαίτερα μεγάλος.

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από τις τρεις προσπάθειες διαπραγματεύσεων που επιχειρήθηκαν πριν την έφοδο.

  • Πρώτη προσπάθεια διαπραγμάτευσης

Περίπου στις 10:30, έχοντας ολοκληρωθεί η έφοδος και η κατάσχεση όπλων από το Μέγαρο των Απομάχων, ένα πλήθος των στασιαστών βρίσκεται ήδη γύρω από τη Βαστίλη με την πληροφορία ότι εκεί βρίσκεται αποθηκευμένη πυρίτιδα και σφαίρες (μολύβδινα βόλια).

Η πληροφορία πράγματι είναι αληθής που φέρεται να δόθηκε είτε από το Μέγαρο των Απομάχων, που ως νοσοκομείο δεν θα μπορούσε ποτέ εκεί να αποθηκευτεί πυρίτιδα, είτε από τον απερχόμενο διοικητή της Ελβετικής Φρουράς στο Πεδίο του Άρεως, που φέρεται και περισσότερο πιθανή.

Έτσι την αυτή ώρα φθάνει στη Βαστίλη η πρώτη αντιπροσωπεία επιτροπής εκλεκτόρων του δήμου προκειμένου ν΄ ακολουθηθεί η οδός της διαπραγμάτευσης.

Η Φρουρά της Βαστίλης, αποτελούμενη, λόγω ειρηνικής περιόδου αλλά και ενόψει επικείμενης κατάργησης και κατεδάφισης, από μόλις 114 άνδρες, (82 απόμαχοι και 32 μισθοφόροι Ελβετοί) έχει στο μεταξύ τεθεί σε συναγερμό, τα παράθυρα έχουν σφραγιστεί και στις επάλξεις έχουν εγκατασταθεί όπλα και κανόνια.

Διοικητής της Φρουράς είναι ο μαρκήσιος Μπερνάρντ Ρενέ ντε Λωναί, αξιωματικός προερχόμενος από την ανακτορική φρουρά, ο οποίος και δέχεται με ευγένεια την αντιπροσωπεία προσκαλώντας την μάλιστα και για μεσημβρινό γεύμα.

Οι συνομιλίες που φέρονται να περιστράφηκαν είτε σε παράδοση πολεμοφοδίων είτε στην εγκατάσταση στη Βαστίλη πολιτοφυλάκων μετατρεπόμενη έτσι σε έδρα της νέας πολιτοφυλακής δεν απέδωσαν και η αντιπροσωπεία επέστρεψε άπρακτη.

  • Δεύτερη προσπάθεια διαπραγμάτευσης

Μία ώρα αργότερα, περί τις 11:30 ξεκινάει μια δεύτερη αντιπροσωπία αποτελούμενη από έναν απόστρατο και έναν δικηγόρο που και αυτή παρότι έγινε δεκτή με την υπόσχεση να μην ανοιχτεί πυρ κατά των στασιαστών που πολιορκούσαν έντονα το φρούριο κατάφερε τίποτε.

Κατά τη διάρκεια όμως των συνομιλιών κάποιοι από το πλήθος κατάφεραν ν' ανέβουν στον υπέρ την τάφρο προστατευτικό προμαχώνα προσπαθώντας να βάλουν φωτιά στην κρεμαστή γέφυρα της πύλης όπου και η φρουρά αντέδρασε με τα όπλα.

Από εκείνη την ώρα (13:30) άρχισε σιγά σιγά να γενικεύονται οι επιθέσεις των στασιαστών και να μετατρέπεται ο προ της Βαστίλης χώρος σε πεδίο μάχης.

  • Τρίτη προσπάθεια διαπραγμάτευσης

Γύρω στις 14:00 φθάνει στο χώρο ο αβάς Κλωντ Φωσέ έχοντας υψωμένο το ξίφος του προκαλώντας τους στασιαστές για ομαδική έφοδο. Λίγα λεπτά αργότερα φθάνει η τρίτη κατά σειρά αντιπροσωπεία της επιτροπής του δήμου, ιδιαίτερα πολυμελής και με περισσότερο επίσημο τρόπο φέροντας σημαία και με προπομπό τυμπανιστή.

Και αυτή η επιτροπή έγινε δεκτή, αφού κατέβηκε η κρεμαστή γέφυρα και εισήλθε στη Βαστίλη.

Ο διοικητής του φρουρίου αναμένοντας ίσως οδηγίες από τις Βερσαλίες, ή σε κάποια πιθανή βοήθεια, συνέχιζε να παραμένει αρνητικός στην ικανοποίηση των αιτημάτων της επιτροπής όταν κατά το στάδιο των συνομιλιών αυτών συνέβη κάτι που ανέτρεψε τα μέχρι τότε δεδομένα και τη θέση υπεροχής του.

Αυτό ήταν η μεγάλη λιποταξία που σημειώθηκε στην ανακτορική φρουρά. Από τα έξι τάγματα τα πέντε, δύναμης 3.000 ανδρών είχαν λιποτακτήσει και κάποιοι εξ αυτών, περίπου 60, είχαν προσχωρήσει με τον οπλισμό τους στους στασιαστές μεταφέροντας μάλιστα μπροστά στη Βαστίλη και πέντε κανόνια.

Η δύναμη αυτή τελούσε υπό τις διαταγές του υπολοχαγού Ζακόμπ Ελί και του υπαξιωματικού Πιέρ Υλέν.

Οι στασιαστές, ενθουσιασμένοι από την κυριολεκτικά ένοπλη αυτή παρουσία και εκλαμβάνοντας την καθυστέρηση της εμφάνισης της αντιπροσωπείας από τη διαβούλευση ότι βρίσκεται υπό ομηρεία, ξεκίνησε την γενική έφοδο με επακόλουθο την άμεση διακοπή κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευσης.

Παράδοση της Βαστίλης

Οι τρεις ώρες που ακολούθησαν υπήρξαν οι πιο δραματικές στην ιστορία της Βαστίλης του Αγίου Αντωνίου, την τελευταία φρουρά της και κυρίως τον τελευταίο διοικητή της, ο οποίος, ευρισκόμενος απομονωμένος από την ιεραρχία του, έπρεπε ν' αποφασίσει μόνος του στο δίλημμα του καθήκοντος της προάσπισης επί του οποίου είχε ταχθεί ή της παράδοσης των αιτουμένων πολεμοφοδίων, που εκ των πραγμάτων η πολιτοφυλακή θα χρησιμοποιούσε ουσιαστικά εναντίον πολιτών του Παρισιού, πολύ δε περισσότερο αυτού τούτου του φρουρίου.

Η δύναμη που διέθετε σε άνδρες αριθμητικά ήταν ελάχιστη έναντι του μαινόμενου όχλου που υπολογίζονταν σε χίλιους μαχητές, διατηρώντας όμως τετραπλάσια δύναμη πυρός, σε αριθμό κανονιών, ικανά να ανατινάξουν τα φερόμενα υπό των στασιαστών μαζί με τις ομοχειρίες τους σκορπίζοντας τον όλεθρο.

Λαμβάνοντας υπόψη την τεχνολογία της εποχής, τόσο τα όπλα όσο και τα κανόνια ήταν ιδιαίτερα δύσχρηστα σε σχέση με τα σύγχρονα, η δε επαναληπτικότητα βολών τους ήταν εξαιρετικά βραδεία κυρίως για τα κανόνια, συνεπώς οι βολές που ακολούθησαν κατά την έφοδο θα πρέπει να θεωρούνται σποραδικές και όχι καταιγιστικές.

Όσον αφορά τα κανόνια των στασιαστών λόγω της εγγύτατης απόστασης από το φρούριο δεν είχαν δυνατότητα να προσβάλλουν τις επάλξεις του φρουρίου, παρά μόνο σε σχεδόν ευθυτενή πλέον βολή τις πύλες ή την κινητή γέφυρα, που κρίνεται πολύ αμφίβολο αν η τελευταία θα προσβαλλόταν ποτέ, σε αντίθεση των δυνατοτήτων βολών που είχαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, και μόνο εκ της υπεροχής του ύψους.

Επισημαίνεται ακόμα πως όλα τα φρούρια της εποχής αλλά και κάποια μεταγενέστερα από τις επάλξεις διέθεταν ειδικούς αμυντικούς οχετούς από τους οποίους ρίπτονταν ζεματιστό νερό ή λάδι εναντίον πολιορκητών που θα επιχειρούσαν αναρρίχηση.

Εν προκειμένω η απόκρουση της εφόδου κράτησε περίπου τρεις ώρες, έχοντας σημειωθεί περίπου 100 θάνατοι και άλλοι τόσοι τραυματισμοί εκ μέρους των στασιαστών.

Τον αριθμό αυτόν ίσως να μη γνώριζε εκείνες τις ώρες ο διοικητής της φρουράς ή και ενδεχομένως να υπολόγιζε σε μεγαλύτερο. Πάντως βολή κανονιών κατά των στασιαστών δεν έγινε ούτε ρίψεις ζεματιστού νερού έχουν καταγραφεί.

Τελικά περί τις 17:00 ώρα ο διοικητής Ντε Λωναί διατάζει την καθέλκυση της κινητής γέφυρας προκειμένου να ακολουθήσει η διαδικασία της παράδοσης με την εγγύηση της ζωής των αμυνομένων, φερόμενος ο ίδιος (κατά σχετικό θρύλο) να κρατεί ένα λευκό μαντήλι.

Ακολουθεί η εισβολή του όχλου, η σύλληψη του διοικητή και των ανδρών της φρουράς του, η αποφυλάκιση των μόλις επτά κρατουμένων, η διαρπαγή των πολύτιμων, για τους πολιτοφύλακες, πολεμοφοδίων και τέλος η άλωση του φρουρίου και η καταστροφή των "αρχείων της Βαστίλης" που αφορούσαν ποινικά αρχεία των κατά καιρούς φυλακισμένων.

Λιντσαρίσματα

Κατά την μεταφορά - προσαγωγή του διοικητή και των ομήρων υπερασπιστών του φρουρίου στο Δημαρχείο προκειμένου εκεί να απολογηθούν, ουσιαστικά για την εκτέλεση του καθήκοντός των, και παρά τα συμφωνηθέντα κατά την παράδοση, δέχθηκαν επίθεση και λιντσάρισμα από το πλήθος όπου μετά από απανωτές μαχαιριές από ξιφολόγχες ο διοικητής Μπερνάρ ντε Λωναί και κάποιοι άλλοι πέφτουν νεκροί, ενώ ένας ταβερνιάρης με χασαπομάχαιρο, πρώην λήσταρχος, με το παρωνύμιο "Αποκεφαλιστής", αποκόπτοντας το κεφάλι του νεκρού Ντε Λωναί, το περιέφερε στη συνέχεια πάνω σε κοντάρι στους δρόμους του Παρισιού και στον κήπο του Παλαί Ρουαγιάλ, θριαμβολογώντας για το κατόρθωμά του.

Λίγο αργότερα θα σημειωθεί ίδιο σκηνικό μπροστά στο Δημαρχείο, όταν κάποιοι θα θεωρήσουν τον κοσμήτορα των εμπόρων προδότη θα τον πυροβολήσουν και στη συνέχεια θα περιφέρουν το κομμένο κεφάλι του πάνω σε κοντάρι στους δρόμους του Παρισιού.